Τι είναι το Σύμφωνο συμβίωσης

Σύμφωνα με διατάξεις του Ν. 4356/2015, το σύμφωνο συμβίωσης είναι:

Η συμφωνία δύο ενήλικων προσώπων, ανεξάρτητα από το φύλο τους, με την οποία ρυθμίζουν τη συμβίωσή τους (σύμφωνο συμβίωσης), η οποία καταρτίζεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Η ισχύς της συμφωνίας αρχίζει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου στο ληξίαρχο του τόπου κατοικίας τους, το οποίο καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο του Ληξιαρχείου.

Ουσιαστικά τα μέρη που θα συνυπογράψουν το σύμφωνο συμβίωσης αποφασίζουν την ρύθμιση της κοινής τους συμβίωσης με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο υπογράφουν ενώπιον Συμβολαιογράφου. Για την υπογραφή του συμφώνου συμβίωσης δεν είναι υποχρεωτική η παράσταση πληρεξουσίων δικηγόρων, όμως σε ορισμένες περιπτώσεις η σύνταξη του συμφώνου από εξειδικευμένο Δικηγόρο κρίνεται απαραίτητη.

Βασικές προϋποθέσεις για τη σύναψη συμφώνου συμβίωσης είναι:

  1. Τα συμβαλλόμενα μέρη να έχουν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και να μην έχουν τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση.
  2. Να μην υπάρχει προγενέστερος συναφθείς γάμος ή σύμφωνο συμβίωσης που να μην έχει ακυρωθεί ή λυθεί.
  3. Τα συμβαλλόμενα μέρη να μην είναι συγγενείς εξ αίματος σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και εκ πλαγίου μέχρι και τον τέταρτο βαθμό, καθώς και συγγενείς εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και
  4. Να μην υφίσταται σχέση υιοθεσίας μεταξύ των μερών.

Η παράβαση των διατάξεων σχετικά με τις προϋποθέσεις συνεπάγεται την ακυρότητα του συμφώνου συμβίωσης. Ακυρότητα συνεπάγεται και η εικονικότητα του συμφώνου.

Σχετικά με τις προσωπικές σχέσεις των μερών του συμφώνου, μεταξύ τους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο, εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική ειδική ρύθμιση στον παρόντα ή άλλο νόμο. Δηλαδή, εάν δεν ορίζεται κάτι ειδικότερα στο σύμφωνο συμβίωσης που υπογράφεται, εφαρμόζονται οι διατάξεις οικογενειακού δικαίου που ισχύουν για τους συζύγους με θρησκευτικό ή πολιτικό γάμο. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι τα μέρη έχουν προαιρετικά τη δυνατότητα να συμφωνήσουν οτιδήποτε επιθυμούν σε σχέση με τα τέκνα που θα αποκτήσουν, το επώνυμο που θα έχουν κ.α.

Σχετικά με τις μη προσωπικές σχέσεις των μερών μεταξύ τους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο, εκτός αν τα μέρη τις ρυθμίσουν διαφορετικά κατά τη σύναψη του συμφώνου με βάση τις αρχές της ισότητας και της αλληλεγγύης.
Τα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα πριν από τη γέννηση της αξίωσης αυτής. Μπορούν όμως για παράδειγμα να παραιτηθούν από την αξίωση για διατροφή του ενός συζύγου από τον άλλο σε περίπτωση λύσης του συμφώνου.

Η λύση του συμφώνου συμβίωσης επέρχεται με τους εξής τρόπους:

α) με συμφωνία των μερών, που γίνεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο,

β) με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, εφόσον έχει επιδοθεί προηγουμένως με δικαστικό επιμελητή πρόσκληση για συναινετική λύση στο άλλο μέρος και έχουν παρέλθει τρεις (3) μήνες από την επίδοση και

γ) αυτοδικαίως, αν συναφθεί γάμος μεταξύ των μερών.

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι με την υπογραφή ενός συμφώνου συμβίωσης, η λύση του είναι πολύ ευκολότερη και ταχύτερη από ότι με τη σύναψη θρησκευτικού γάμου, χωρίς μεγάλους χρονικούς περιορισμούς και καθυστερήσεις, μιας και , ακόμη και αν το ένα εκ των δύο μερών δεν επιθυμεί τη λύση, αυτή επέρχεται με μονομερή δήλωση του έτερου των μερών αφότου παρέλθει η χρονική προθεσμία των τριών μηνών έγγραφης ειδοποίησης που ο νόμος απαιτεί.

 Η λύση του συμφώνου συμβίωσης ισχύει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου, που περιέχει τη συμφωνία ή τη μονομερή δήλωση, στο ληξίαρχο όπου έχει καταχωριστεί και η σύστασή του.

Συνοψίζοντας, οι βασικές διαφορές ενός συμφώνου συμβίωσης με έναν γάμο είναι κυρίως ότι το σύμφωνο συμβίωσης μπορεί να συναφθεί μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών αλλά και ότι λύεται πολύ ευκολότερα από ότι ένας γάμος, σε ταχύτερους χρόνους, ακόμη και χωρίς την συμφωνία των μερών. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ένας θρησκευτικός ή πολιτικός γάμος, μπορεί να λυθεί μονομερώς μόνο με δικαστική απόφαση, με μέσο όρο αναμονής περί τα 2 έτη, εν αντιθέσει με το σύμφωνο συμβίωσης που μπορεί να λυθεί μονομερώς μόλις μέσα σε τρεις μήνες.

Συμπέρασμα:

Η θεσμική αλλαγή της ελληνικής νομοθεσίας που συντελέστηκε με την ψήφιση του παρόντος Νόμου, έφερε καταλυτικές αλλαγές τόσο σε νομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, δεδομένου ότι με την θεσμοθέτηση του συμφώνου συμβίωσης περιφρουρούνται και διαφυλάσσονται τα ανθρώπινα δικαιώματα της οικογένειας και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, τα οποία το ελληνικό Σύνταγμα προβλέπει. Με την προγενέστερη ισχύ του Αστικού Κώδικα, υπήρχε νομοθετικό κενό για ορισμένες ομάδες πολιτών που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις τέλεσης θρησκευτικού ή πολιτικού γάμου. Έτσι, με τον νέο Νόμο, ομόφυλα ζευγάρια μπορούν πλέον να προβούν στη σύναψη του συμφώνου συμβίωσης, προκειμένου να επιλύσουν δυσεπίλυτα προβλήματα που αντιμετώπιζαν για δεκαετίες, όπως το κληρονομικό δικαίωμα του ομόφυλου εν ζωή συντρόφου εκ κληρονομικής διαδοχής του θανόντος συντρόφου του, δικαίωμα για λήψη σύνταξης χηρείας, δικαίωμα στα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν μετά την συμβίωση των μερών αλλά ακόμα και το ζήτημα της υιοθεσίας τέκνου από ομόφυλα ζευγάρια που μέχρι τη ψήφιση του Νόμου ήταν πρακτικά αδύνατο. Η ψήφιση του συμφώνου συμβίωσης αρχικά δίχασε την ελληνική κοινωνία, η οποία σταδιακά αφομοιώνει τον θεσμό αυτό και τον αποδέχεται.

Παρ’ όλα αυτά, ο θεσμός του σύμφωνου συμβίωσης είναι πρακτικά χρήσιμος όχι μόνο για ομόφυλα ζευγάρια αλλά και για νέα ετερόφυλα ζευγάρια που επιθυμούν να αποφύγουν τα υπέρογκα έξοδα και την τελετή ενός γάμου, ενώ παράλληλα επιθυμούν να ρυθμίσουν τις μεταξύ τους περιουσιακές σχέσεις, ή και την έλευση ενός νέου μέλους στην οικογένειά τους.

Για περισσότερες πληροφορίες καλέστε μας στο 2510220566, 6986658605 ή στείλτε μας email στο:  [email protected]


Font Resize
Contrast